Σεβασμός στη διαφορετικότητα

Πολλές συλλογικότητες γνωρίζουν πως πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο για να αντιμετωπίσουν το ρατσισμό, το σεξισμό και την ομοφοβία που εμφανίζονται στο εσωτερικό τους. Όμως, συχνά αποτυγχάνουν να κατανοήσουν ότι η έλλειψη σεβασμού στη διαφορετικότητα που περικλείουν, δεν ξεκινά με τις πιο ειδεχθείς και εξόφθαλμες εκφράσεις της, αλλά εμφανίζεται κάθε φορά που δεν προσφέρεται χώρος για την άποψη, την κατάσταση ή τις εμπειρίες ζωής ενός άλλου ατόμου.

Η προκατάληψη δεν εμφανίζεται επιλεκτικά. Δεν είναι σωστό να είσαι ενάντια στον ρατσισμό, το σεξισμό και την ομοφοβία, αλλά αδιάφορη απέναντι στην ξενοφοβία, τον εθνικισμό, τον ηλικιακό ή τον ταξικό διαχωρισμό και στους χιλιάδες άλλους τρόπους που προωθούν την καχυποψία και τις διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.

Το αυτο-μαστίγωμα και η αυτο-κατηγορία, στα οποία καταφεύγουν οι συλλογικότητες στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, είναι απίθανο να έχουν χρήσιμα αποτελέσματα. Η ανεκτικότητα ξεκινά με τη συνειδητοποίηση ότι τα άλλα άτομα μπορεί να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά από εμάς και ότι οφείλουμε να μην βιαζόμαστε στις κρίσεις μας, την ίδια στιγμή που προσφέρουμε χώρο για να εξηγήσουν την άποψή τους και να ακουστούν πραγματικά εκείνες οι απόψεις με τις οποίες διαφωνούμε ή δεν καταλαβαίνουμε το σκεπτικό τους. Καμιά μας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει με ποιο τρόπο η ζωή έχει διαμορφώσει κάποιο άλλο άτομο. Η δυναμική της ομάδας αποτυγχάνει να σεβαστεί τη διαφορετικότητα κάθε φορά που επιτρέπει να γίνονται υποθέσεις για κάποιο από τα μέλη της.

Οι συλλογικότητες που χτίζονται γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα είναι συνήθως αρκετά ομοιογενείς. Θεωρητικά, τα μέλη τους θα ήθελαν να αποδέχονται τη διαφορετικότητα, αλλά πολλές δυσκολεύονται να δουν πέρα απ’ την περιορισμένη, προσωπική τους εμπειρία όταν πρέπει πραγματικά να αντιμετωπίσουν κάποια με τελείως διαφορετική ζωή από τη δική τους, Μια ανεπαίσθητη διαφορά, κάποιοι αδέξιοι κοινωνικοί τρόποι, ένας λανθασμένος χειρισμός της γλώσσας, ή ένα σχετικά σιωπηλό άτομο, μπορεί να είναι αρκετά για να στιγματίσουν κάποια ως παράξενη ή κουραστική και να προδικάσουν τις απόψεις της ως αδιάφορες. Πώς περιμένουμε να έρθουμε κοντά με τις άλλες, ξεπερνώντας ευρύτερες διαφορές που πηγάζουν από τη φυλή, την εθνικότητα, την τάξη, το σεξουαλικό προσανατολισμό και το φύλο, όταν αποτυγχάνουμε να αποδεχτούμε ακόμη και τις προσωπικές διαφοροποιήσεις ή τις ιδιορρυθμίες σε επίπεδο χαρακτήρα;

Για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας συλλογικότητας που απαρτίζεται κυρίως από φοιτήτριες, κάποια με οικογένεια μπορεί να αποκλειστεί από τις δραστηριότητες της ομάδας, απλά και μόνο, επειδή οι συναντήσεις της ορίζονται το βράδυ, όταν αυτή θα πρέπει να είναι σπίτι για να βάλει τα παιδιά για ύπνο. Η αναπηρία, επίσης, κάποιου μέλους αγνοείται συχνά από υγιή άτομα: είναι σκληρό να μπαίνεις στη θέση κάποιας άλλης και να συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο μπορεί να είναι για αυτή το να εμφανίζεται κανονικά στις συναντήσεις ή να δουλεύει αργά τη νύχτα. Όταν ένα μέλος δεν μπορεί να συνεισφέρει πλήρως στις δραστηριότητες μιας ομάδας μπορεί να νιώσει αποκλεισμένο εξαιτίας της αδιαφορίας των υπολοίπων για τις δυσκολίες του: «Αφού δεν ήσουν εδώ, αποφασίσαμε να το κάνουμε έτσι». Ή, ακόμη χειρότερα, κάποιες ομάδες μπορεί συνειδητά και εσκεμμένα να περιθωριοποιούν όσες δεν εργάζονται αρκετά ή δεν εμφανίζονται συχνά, χωρίς να δείχνουν κανένα ενδιαφέρον για τις συνθήκες ζωής αυτών των μελών. Η ασθένεια, η οικογένεια, η δουλειά και η οικονομική κατάσταση είναι διαφορές που μια συλλογικότητα ισότιμων σχέσεων πρέπει να συμμερίζεται, αν θέλει πραγματικά να λειτουργεί στη βάση της ομοφωνίας.

Μέλη που δεν έχουν ηλεκτρονικό υπολογιστή συχνά αντιμετωπίζονται ως ανύπαρκτα, επειδή δεν συμμετέχουν στις ηλεκτρονικές συζητήσεις. Πολλές φορές δεν μπαίνει καμία καν στον κόπο να τα ενημερώσει για τις δράσεις και τις ώρες των συναντήσεων. Ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα εργαλείο που στοιχίζει αρκετά χρήματα, συν τη μηνιαία συνδρομή για τη σύνδεση στο διαδίκτυο. Το να υποθέτουμε πως όλα τα μέλη μιας ομάδας, ειδικά μιας πολιτικής συλλογικότητας που ασχολείται με ζητήματα οικονομικών ανισοτήτων, θα έπρεπε να αντέχουν μια τέτοια πολυτέλεια είναι τελείως αντιφατικό με την πραγματικότητα την οποία ο κοινωνικός ακτιβισμός καλείται να αντιμετωπίσει. Μια συλλογικότητα δεν μπορεί να θεωρεί ότι λειτουργεί με ομοφωνία όταν κάποια από τα μέλη της συστηματικά αποκλείονται από τις δραστηριότητές της.

Ένα σχετικό ζήτημα

Η χρήση του ρατσισμού ή/και του σεξισμού ως προσχήματα-κατηγορίες για να εξοντωθεί η υπόληψη ενός ατόμου που θεωρούμε αντίπαλό μας, είναι πέρα για πέρα κατακριτέα. Όταν ένα μέλος της συλλογικότητας φέρεται άπρεπα, αυτό που θα πρέπει να αναδεικνύεται είναι η συγκεκριμένη του πράξη. Αποκαλώντας την σεξίστρια, ακόμα και όταν πράγματι είναι, είναι αναποτελεσματικό για τη διευθέτηση συγκρούσεων. Σε τέτοιου τύπου κατηγορίες είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει υπεράσπιση: το να είσαι σεξίστρια είναι πολύ άσχημο για να συγχωρεθεί (έτσι καμιά δεν θα υπερασπιστεί ένα τέτοιο άτομο χωρίς να φανεί πως παραβλέπει το σεξισμό), και πολύ ασαφές για να αντικρουστεί. Αυτό, έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται ανέφικτος ο απαραίτητος διάλογος ώστε να δοθούν εξηγήσεις και να αναζητηθεί δίκαιη λύση. Η κατηγορία του σεξισμού ή του ρατσισμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τέχνασμα για να αποτραπεί οποιαδήποτε συζήτηση και έτσι να επιβληθεί η ομαδική καταδίκη ή ο εξοστρακισμός ενός ανεπιθύμητου ατόμου. Εάν, αντιθέτως, ένα κατηγορούμενο μέλος έρθει αντιμέτωπο με μια συγκεκριμένη, δική του, απαράδεκτη συμπεριφορά, υπάρχει η πιθανότητα να καταλάβει το λάθος του και να προσπαθήσει να επανορθώσει. Αφού ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο, θα είναι ίσως καλό να εξεταστεί το κατά πόσον οι πράξεις του ήταν αποτέλεσμα ευρύτερων ρατσιστικών ή σεξιστικών αντιλήψεων και να συζητηθεί ο ρόλος του σεξισμού και του ρατσισμού στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της συλλογικότητας.

Τα Προσωπικά Ζητήματα και τα Ζητήματα της Ομάδας

Μερικές φορές, δύο άτομα που εμπλέκονται σε προσωπική και συναισθηματική αντιπαράθεση, θα επιμείνουν να τραβήξουν σ’ αυτήν ολόκληρη τη συλλογικότητα, απαιτώντας, η καθεμία (ή και μόνο η μία), από την ομάδα να καταδικάσει την άλλη. Αυτή που έχει μεγαλύτερη επιρροή στο πλαίσιο της ομάδας, ισχυρότερη προσωπικότητα, ή απλώς την ικανότητα να πείσει ότι είναι η πιο αδικημένη, ίσως πετύχει τη δημιουργία ενός αγανακτισμένου, θυμωμένου μετώπου ενάντια στην «αντίπαλό» της.

Σε αυτές τις περιπτώσεις η παρέμβαση ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, μίας μικρής ομάδας από τα υπόλοιπα μέλη, ας πούμε ένα ως τρία άτομα, μπορεί να τις βοηθήσει να λύσουν την αντιπαράθεση, τουλάχιστον μέχρι το βαθμό που θα τους επιτρέψει να συνεχίσουν να λειτουργούν ως κομμάτι της συλλογικότητας. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι χρήσιμο να αναζητηθούν ουδέτερες διαμεσολαβήτριες εκτός ομάδας. Είναι όμως ασύμβατο με το πνεύμα της ομοφωνίας και της ισότητας, που προϋποθέτει ισότιμο σεβασμό για κάθε άτομο και τη συνεισφορά του στην ομάδα, ν’ ανάγεται η συλλογικότητα σε δικαστές και ενόρκους (ή σε αιμοσταγείς χωριάτες που κραδαίνουν πυρσούς), για μία κατάσταση συναισθηματικά επώδυνη για τις εμπλεκόμενες και για την οποία η συλλογικότητα δεν μπορεί, αλλά ούτε και θα πρέπει, να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες.

Η δημόσια επίλυση αντιπαραθέσεων, παρ’ όλο που είναι σαφώς προτιμότερη από το να βγαίνουν συμπεράσματα και αποφάσεις βασισμένα σε φήμες και υπαινιγμούς, φέρνει τις εμπλεκόμενες πλευρές στη δύσκολη θέση να πρέπει να εξηγήσουν προσωπικές επιλογές (για τις οποίες ενδεχομένως να μην είναι ιδιαίτερα περήφανες) μπροστά στα υπόλοιπα μέλη. Αυτή η τακτική μόνο σε άμυνα και άρνηση για συμβιβασμό είναι πιθανό να οδηγήσει, εξαιτίας του φόβου ότι μπορεί κάποια να χάσει την αξιοπιστία της και να πληγωθεί.

Σε τέτοιες καταστάσεις μπορεί να παρουσιαστεί το επιχείρημα ότι οι εσωτερικές διενέξεις επηρεάζουν την εικόνα που έχουν για τη συλλογικότητα πιθανές σύμμαχοι και ότι πρέπει ως εκ τούτου ν’ αποσιωπούνται -με το να απομακρύνεται μια από τις εμπλεκόμενες από τις δραστηριότητες της συλλογικότητας. Η ιδέα αυτή, ωστόσο, είναι άκρως εξουσιαστική και πιθανόν να οδηγήσει σε διάσπαση της ομάδας παρά σε ενδυνάμωση των δεσμών στο εσωτερικό της. Επιπλέον οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί η αρμονία στην ομάδα είναι το να μη γίνεται ανεκτή οποιαδήποτε διαμάχη.

Ένα αντίστροφο πρόβλημα, που εμφανίζεται επίσης αρκετά συχνά, είναι το εξής: όταν κάποια διαμαρτύρεται δικαιολογημένα για τον τρόπο με τον οποίο κάποιο άλλο μέλος συμπεριφέρεται στο πλαίσιο των συλλογικών δραστηριοτήτων, μπορεί στη συνέχεια να κατηγορηθεί ότι εγείρει το ζήτημα λόγω προσωπικής αντιπάθειας.

Αυτή η περίπτωση έχει να κάνει με κατάχρηση της συλλογικής διαδικασίας, συνήθως από την πλευρά κάποιας αυτόκλητης αρχηγού, που δεν επιθυμεί να δικαιολογήσει τις πράξεις της και που θα επιδιώξει να διασκεδάσει κάθε κριτική, ισχυριζόμενη ότι αυτή που διαμαρτύρεται έχει προσωπικό πρόβλημα μαζί της, παρά κάποια βάσιμη ανησυχία. Έτσι, σύντομα αυτή που είχε την τόλμη ν’ αμφισβητήσει την αρχηγό μπορεί να βρεθεί συκοφαντημένη, εξευτελισμένη, ή να υποστεί κοροϊδίες και σαρκαστικά σχόλια, που στόχο θα έχουν να την εξαναγκάσουν σε υποχώρηση.

Ακριβώς εδώ, κάποια καλοπροαίρετα μέλη της συλλογικότητας μπορεί να αντιδράσουν προτρέποντας τις υπόλοιπες να ηρεμήσουν. Μπορεί δε και να πετάξουν μερικές κοινοτοπίες του στυλ “το σημαντικό είναι η δουλειά της ομάδας!” (που δεν πρέπει, εννοείται, να υπονομεύεται από “αψιμαχίες”). Και σε κάποια απληροφόρητη περαστική, αυτό μπορεί να φανεί σαν μία καλή εκτίμηση, μια λογική απάντηση προς όφελος της γαλήνης της ομάδας. Στην πραγματικότητα, όμως, μία τέτοια παρέμβαση είναι πέρα για πέρα σκληρή και αναίσθητη. Είναι συμπτωματική ενός τύπου επιπολαιότητας που προκύπτει όταν αφελείς άνθρωποι επιτρέπουν την χειραγώγησή τους από κάποια αρχηγό (βέβαια δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε πως σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποτελέσει και σκόπιμη τακτική).

Πιστεύουμε πως σε αυτές τις καταστάσεις η συλλογικότητα πρέπει απλώς να ενθαρρύνει αυτήν που εκφράζει δυσαρέσκεια ή διαφωνία, να μιλήσει. Η ομάδα δεν μπορεί να επιτρέπει το πνίξιμο μιας διαφορετικής άποψης προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω τη διαμάχη. Αυτή είναι μια ψεύτικη αρμονία, που διαιωνίζει την αδικία και που δεν αρμόζει σε συλλογικότητες που (υποτίθεται) επιθυμούν να δημιουργήσουν δημοκρατικότερες κοινωνικές δομές.

Μικρό-διαχείριση της συμπεριφοράς των άλλων

Στο πλαίσιο μιας καλοπροαίρετης προσπάθειας να εδραιωθούν κανόνες που θα εμποδίζουν την απαξιωτική συμπεριφορά μεταξύ των μελών και την κατάχρηση της συλλογικής διαδικασίας, μερικές συλλογικότητες πέφτουν στην εξουσιαστική παγίδα της υπαγόρευσης, με κάθε λεπτομέρεια, πολύ συγκεκριμένων συμπεριφορών που τα μέλη τους μπορούν ή δεν μπορούν να έχουν. Όσες δεν ακολουθούν αυστηρά τους κανονισμούς, ενδεχομένως άθελά τους, μπορεί να αποδοκιμαστούν, να καταδικαστούν σε βαθμό υπερβολής, ή να θεωρηθούν ανεπιθύμητες.

Αυτόκλητες αρχηγοί, έμπειρες στο να δουλεύουν με το σύστημα της ομοφωνίας, μπορεί να χρησιμοποιούν την τυφλή τήρηση των κανονισμών για να προβάλουν τους εαυτούς τους ως μοντέλα συμπεριφοράς -ακολουθώντας πάντα το γράμμα, αν και όχι απαραίτητα και το πνεύμα, των κανονισμών. Στη συνέχεια, μπορούν να κατηγορήσουν εκείνες που δεν είναι το ίδιο έμπειρες σχετικά με τις λεπτομέρειες των κανόνων, ή τόσο επιδέξιες στο να φαίνονται ότι τους ακολουθούν, ως υπονομεύτριες της συναίνεσης. Όσες διαπράξουν το σφάλμα να εκφραστούν με ακατάλληλη ορολογία ή εκτός σειράς γίνονται στην πορεία τα εύκολα θύματα για αυτές τις “τυράννους της διαδικασίας”.

Οι κανόνες συμπεριφοράς δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το βασικό σεβασμό, την αξιοπρέπεια, την κοινή λογική ή την έντιμη προσπάθεια να ακούσεις, να καταλάβεις και να αγωνιστείς για αυτό που είναι δίκαιο. Οποιαδήποτε προσπάθεια για κωδικοποίηση και περιορισμό της φυσικής ανθρώπινης αλληλεπίδρασης μπορεί να δημιουργήσει μια πνιγηρή ατμόσφαιρα εξαναγκασμού και αποδοκιμασίας.

Διακόπτοντας

Πολλά έχουν ακουστεί και ακούγονται συχνά, στους κύκλους των συλλογικών αντι-ιεραρχικών εγχειρημάτων, για το πόσο προβληματικό είναι να διακόπτεις κάποια όταν αυτή μιλά. Το να διακόπτεις είναι σχεδόν πάντα ενοχλητικό και μπορεί να χρησιμοποιείται, ενίοτε ηθελημένα, για να επιβληθεί κάποια έναντι της συνομιλήτριάς της, όμως είναι επίσης και μια συνηθισμένη ανθρώπινη αδυναμία. Για κάποιους ανθρώπους είναι “χρόνια παθολογία” το να διακόπτουν, αισθάνονται ότι ξεχειλίζουν από φοβερές ιδέες ή πληροφορίες και δεν μπορούν να συγκρατηθούν. Τέτοια άτομα αντιμετωπίζονται συνήθως με χιούμορ, ελαφριά κριτική ή απλώς με το να διακόπτονται τα ίδια. Άλλα άτομα μιλούν με τις ώρες. Δεν είναι κακό να διακόπτουμε με ωραίο τρόπο κάποια που κουράζει τις υπόλοιπες με ατελείωτες και επαναλαμβανόμενες τοποθετήσεις, καθώς πρέπει να δίνεται χώρος ομιλίας σε όλες. Δεν πρέπει φυσικά να τους επιβάλλεται να σιωπήσουν, αλλά οφείλουν να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της φλυαρίας τους.

Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι στον ίδιο βαθμό τη δεξιότητα να χειρίζονται επιτυχημένα τις διαπροσωπικές ανταλλαγές απόψεων. Κάποια άτομα δεν είναι προικισμένα με την ικανότητα του να αντιλαμβάνονται πότε ακριβώς κάποια έχει ολοκληρώσει και ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να πάρουν το λόγο τώρα. Ειρωνικά, αυτές που είναι οι περισσότερο επιρρεπείς στο να διακόπτουν -και έτσι να δεχθούν κριτική γι’ αυτό- είναι και αυτές που έχουν τις λιγότερες πιθανότητες να εκφραστούν και να ακουστεί η γνώμη τους. Ενώ ο συντονισμός μιας συζήτησης μπορεί να αποτρέψει κάτι τέτοιο, πάντα θα υπάρχουν άτομα που θα μπλέκονται σε παράλληλες συζητήσεις «εκτός σειράς», μέσα ή έξω από τις συναντήσεις.

Είναι ακόμη αρκετά φυσιολογικό, στον καθημερινό λόγο, να διακόπτουμε κάποια για να διευκρινίσουμε επιτόπου μία παρεξήγηση: “Ω, όχι, όχι, δεν εννοούσα αυτό, αυτό που εννοούσα ήταν…”. Οι συλλογικές διαδικασίες χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη τους τις πρακτικές αλληλεπίδρασης στην καθημερινή επικοινωνία και όχι να υπαγορεύουν μηχανιστικές συμπεριφορές, καταδικάζοντας ταυτόχρονα όσες δεν τις ακολουθούν.

Βάζοντας σε σειρά τις τοποθετήσεις

Η απαγόρευση οποιασδήποτε διακοπής μπορεί να αποβεί προβληματική στις συνελεύσεις, ειδικά όταν συγχρόνως ισχύει ο αυστηρός κανόνας ότι τα μέλη μπορούν να μιλήσουν μόνο με τη σειρά που σήκωσαν το χέρι τους. Το να ζητά κάποια το λόγο σηκώνοντας το χέρι είναι μια καλή ιδέα, εφόσον σταματά τις συμμετέχουσες από το να φωνάζουν απλώς για να ακουστούν, όπως επίσης καλή ιδέα είναι και η δημιουργία λίστας που καθορίζει ποια έχει σειρά να μιλήσει. Και οι δύο όμως αυτές πρακτικές, αν εφαρμοστούν πολύ αυστηρά, μπορούν εύκολα να πνίξουν τη συζήτηση ή να διευκολύνουν τις καταχρήσεις.

Για παράδειγμα, μπορεί κάποια να κάνει ηθελημένα αναληθείς και επιβλαβείς ισχυρισμούς, σχετικά με κάποια πρόταση που βρίσκεται σε συζήτηση με σκοπό να την υπονομεύσει. Αυτή που έκανε την πρόταση αρχικά, μπορεί να θέλει απελπισμένα να απαντήσει, αλλά δεν πρέπει να διακόψει και υπάρχουν και άλλα άτομα στη σειρά για να μιλήσουν. Αν μιλήσει εκτός σειράς πιθανότατα θα αντιμετωπιστεί με δυσφορία και ίσως να ενισχύσει την άποψη εκείνης που υπονομεύει την πρόταση. Αν μιλήσει όταν θα έχει έρθει τελικά η σειρά της, ίσως να είναι πλέον πολύ αργά για να ανακατασκευάσει την ήδη λανθασμένη άποψη των υπόλοιπων μελών. Δεν έχει, λοιπόν, νόημα να χρησιμοποιούμε λίστες χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψη ότι οι συζητήσεις απαιτούν ανταλλαγή. Όταν οι ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες και τα ψέματα δεν αμφισβητούνται, δεν μπορεί να υπάρξει δημιουργική ανταλλαγή απόψεων.
Αυτό που επίσης συμβαίνει συχνά, είναι ότι κάποιο μέλος σηκώνει το χέρι του ζητώντας το λόγο για να απαντήσει σε κάτι που μόλις ειπώθηκε. Μέχρι να έρθει η σειρά του να μιλήσει, μπορεί να έχουν ήδη γίνει άλλα δέκα σχόλια για άσχετα ζητήματα, και το θέμα για το οποίο ζήτησε το λόγο να μη βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης. Παρ’ όλα αυτά, μιας και είναι η μοναδική του ευκαιρία να σχολιάσει, θα κάνει την τοποθέτησή του έτσι κι αλλιώς. Αν πολλαπλασιάσουμε αυτή την διαδικασία με τον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν σε μία συνάντηση, βλέπουμε ότι παράγεται μια εντελώς τυχαία αλληλουχία τοποθετήσεων σε διαφορετικά ζητήματα και καμία συνοχή στη συζήτηση.

Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο ο δρόμος είναι ανοιχτός για να “βγάζουν λόγους” όσες έχουν αυτοπεποίθηση και ευφράδεια, ενώ κάποια περισσότερο ντροπαλά και συνεσταλμένα μέλη μπορεί με το ζόρι να πουν μερικές λέξεις και να μην τους δοθεί άλλη ευκαιρία για να τοποθετηθούν πλήρως.

Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ο τρόπος που θα επιτρέπει σε όλα τα μέλη να ξεκαθαρίσουν, όταν χρειάζεται, κάποια ζητήματα χωρίς να εκθέτουν τον εαυτό τους σε οργισμένες επικρίσεις.

Δίνοντας το λόγο με προτεραιότητα

Πολλές συλλογικότητες θέτουν κανόνες με τους οποίους εξασφαλίζεται ότι οι συντονίστριες της συνέλευσης μπορούν να δίνουν προτεραιότητα λόγου σε εκείνα τα άτομα και τις ομάδες που τείνουν, παραδοσιακά, να καταπιέζονται. Όμως, αν και η πρόθεση αυτής της ρύθμισης από μόνη της είναι αξιοσέβαστη, στην πράξη δεν είναι καθόλου εύκολο να διακρίνουμε ποια άτομα σε μία ομάδα είναι πιο πιθανό να σιωπούν και να παραγκωνίζονται από τον διάλογο. Οι ανισότητες και η διαφορά ισχύος μεταξύ ανθρώπων που απαρτίζουν μια μικρή ομάδα, οφείλονται σε μια σειρά παραγόντων που δεν είναι εύκολο να αναχθούν σε φυλετικά ή ταξικά χαρακτηριστικά, ή χαρακτηριστικά φύλου. Έτσι, όποια αποπειράται να αντιπαλέψει την αδικία εφαρμόζοντας υπερ-απλουστευτικά κριτήρια μπορεί να εκτραπεί σε καταστάσεις ακόμη πιο άδικες. Πολλές συλλογικότητες θα έπρεπε να είναι περισσότερο συνειδητοποιημένες ώστε να αποφεύγουν τέτοια λάθη.

Είναι σημαντικό να εξασφαλίζουμε ότι αυτές που υπήρξαν σιωπηλές θα έχουν την ευκαιρία να ακουστούν. Είναι ωστόσο αναγκαίο ο κανόνας να εφαρμόζεται με λογική. Όλα τα μέλη θα πρέπει να νιώθουν ελεύθερα να πουν “δεν έχω κάποιο σχόλιο”, χωρίς να αισθάνονται ότι έτσι απλώς υποκύπτουν σε σχέσεις άτυπης ιεραρχίας. Επιπλέον, αυτές που εμπλέκονται άμεσα σε κάποιο ζήτημα ή που εγείρουν κάποιο θέμα, μπορεί να έχουν να πουν περισσότερα γύρω απ’ αυτό και μπορεί ακόμη και να ρωτηθούν από την ομάδα για να ξεκαθαρίσουν κάποια σημεία -δεν θα έπρεπε να σιωπήσουν επειδή κάποια άλλη δεν έχει μιλήσει αρκετά για το ζήτημα. Επομένως, δεν είναι καθόλου λογικό για κάποια που έφερε σε συζήτηση ένα θέμα να μην μπορεί να συμμετάσχει στην κουβέντα που εξελίσσεται μόνο και μόνο επειδή έχει εξαντλήσει τον χρόνο που της αντιστοιχεί, βάσει μιας αντίληψης που ορίζει ότι “όλες πρέπει να μιλάμε το ίδιο” (ισομερής κατανομή του χρόνου των τοποθετήσεων).

Ο σκεπτικισμός είναι υγεία

Η δυσπιστία και η καχυποψία -σε αντίθεση με τον σκεπτικισμό- είναι αντιδράσεις που μπορούν τόσο να υπονομεύσουν τις έντιμες διαδικασίες μιας συλλογικότητας όσο και να παίξουν παιχνίδια με την κρίση των μελών της. Από την άλλη, η σκεπτικιστική στάση απέναντι στα πράγματα συνίσταται στο να μην προτρέχεις σε συμπεράσματα, είτε θετικά είτε αρνητικά, προτού εξετάσεις προσεκτικά κάποιο θέμα. Το να σχηματίσεις αρνητική γνώμη για ένα άτομο, εκτός του ότι είναι άσχημο, μπορεί να αποδειχθεί και πολύ άδικο. Πέρα από αυτό, μιας και οι περισσότερες δεν παραδεχόμαστε τα λάθη μας εύκολα, η κακή φήμη μπορεί να ακολουθεί επίμονα κάποια ακόμη και όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις που να την επιβεβαιώνουν. Ωστόσο, μια απερίσκεπτη θετική κρίση είναι εξίσου επιβλαβής. Μπορεί να δώσουμε υπερβολική σημασία στα λόγια κάποιας, απλώς και μόνο, επειδή δίνει την εντύπωση ότι είναι ιδιαίτερα ευφυής ή αποτελεσματική. Έτσι η συλλογικότητα οδηγείται στο να ακολουθεί κακές συμβουλές ή στο να παραδίδει σε κάποια τον έλεγχο της ομάδας (αυτό είναι πάντοτε μια κακή ιδέα).

Για μερικές από τις πιο απερίγραπτες αδικίες που μπορεί να συμβούν σε μια συλλογικότητα, ευθύνονται συχνά αυτές που “απλώς ήθελαν να βοηθήσουν”. Για παράδειγμα, ένα μέλος της ομάδας έρχεται σε σένα, θυμωμένη και αναστατωμένη, και σου λέει για κάποιο άλλο μέλος ότι της κάνει τη ζωή δύσκολη. Σαν καλή φίλη συμπάσχεις, ακούς και προσφέρεσαι να κάνεις ότι περνά από το χέρι σου για να βοηθήσεις. Μπορεί ακόμη και να αναλάβεις το θέμα προσωπικά, ειδοποιώντας και τους υπόλοιπους για το τι συμβαίνει. Από κει και πέρα τα γρανάζια της φημολογίας ή, ακόμη χειρότερα, της αβάσιμης συκοφαντίας έχουν μπει σε κίνηση. Από εσένα.

Δεν προτείνουμε να μην είμαστε γενναιόδωρες στο πόσο συμπάσχουμε ή στηρίζουμε κάποια συναισθηματικά –πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι κάθε ιστορία έχει δύο πλευρές και ότι καλό είναι να μην πράττουμε προτού μελετήσουμε προσεκτικά το τί συμβαίνει. Σε πολλές περιπτώσεις, όπου οι δύο εκδοχές της ίδιας ιστορίας είναι τελείως διαφορετικές και τα συναισθήματα πολύ έντονα, καλό είναι να ξεκινούμε μία επίσημη διαδικασία επίλυσης των διαφορών.

Δεν είναι ασυνήθιστο τα μέλη μιας συλλογικότητας που νιώθουν ότι έχουν αδικηθεί, να κυκλοφορήσουν κείμενο υποστήριξης ζητώντας από τις υπόλοιπες να προσυπογράψουν κυρώσεις σε βάρος αυτής που ισχυρίζονται ότι τα έθιξε. Σύμφωνα με την εμπειρία μας, οι άνθρωποι με πολύ ενθουσιασμό -στην προσπάθειά τους να φροντίσουν τα συμφέροντα της συλλογικότητας- μπορεί να συνυπογράψουν μια κατηγορία για την οποία πρακτικά γνωρίζουν από λίγα έως τίποτε, καταδικάζοντας κάποια που δεν γνωρίζουν καν. Περιττό να πούμε πως μια τέτοια συμπεριφορά δεν αποτελεί δείγμα υγιούς ομαδικής λειτουργίας. Ακόμη και αν όσες προσυπογράφουν τις κατηγορίες έχουν καλές προθέσεις, άθελά τους αποποιούνται τις ευθύνες τους και μεταθέτουν το βάρος στη συλλογικότητα. Τα μέλη που κυκλοφορούν την καταγγελία μπορεί ειλικρινά να νιώθουν ότι έχουν βαθύτατα αδικηθεί, αλλά στην πραγματικότητα υπονομεύουν τη συλλογική διαδικασία παρακάμπτοντας το ανοιχτό φόρουμ δημοσιοποίησης των παραπόνων. Δυστυχώς, έχουμε γίνει μάρτυρες περιπτώσεων όπου η απομάκρυνση ατόμων με αυτό τον τρόπο ήταν μία συνειδητή στρατηγική και η συλλογικότητα χειραγωγήθηκε στο να πιστέψει ότι ένας τέτοιου είδους εξοστρακισμός ήταν προς το συμφέρον το δικό της και των όσων πρέσβευε.

Από την άλλη, συχνά μπορεί να παρατηρηθεί και το, κατά μια έννοια, αντίστροφο φαινόμενο: ένα μέλος που έχει υποστεί την κακοποιητική συμπεριφορά κάποιου άλλου μέλους, αναζητά βοήθεια από τις υπόλοιπες αλλά αντιμετωπίζεται με ξεκάθαρη αδιαφορία. Οι δυναμικές των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα μέλη της ομάδας εμφανίζονται σε τέτοιες περιπτώσεις και παίζουν κρίσιμο πολιτικό ρόλο: αν κάποια που δεν είναι πολύ δημοφιλής ή που δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης από τα άλλα μέλη της ομάδας διαμαρτυρηθεί για τη συμπεριφορά κάποιου μέλους που θεωρείται γενικώς αξιόλογο ή/και παίζει αρχηγικό ρόλο, μπορεί να βρεθεί απομονωμένη και να γίνει αντικείμενο γελοιοποίησης.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ο σωστός τρόπος για να προχωρήσει η συλλογικότητα -είτε κάποιες πιστεύουν αυτήν που κατηγορείται, είτε αυτήν που κατηγορεί- είναι να ερευνηθεί το ζήτημα, να λειτουργήσουν τα πρωτόκολλα επίλυσης διαφωνιών που έχουν προ-συμφωνηθεί για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων και να υπάρξει χώρος για να εκφραστούν όλες οι πλευρές. Ασχέτως με το ποια πλευρά τείνουμε να πιστέψουμε, τόσο οι βεβιασμένες κρίσεις όσο και η επιβολή υπερβολικών ή περιττών κυρώσεων σε καμία περίπτωση δεν προάγουν τη δικαιοσύνη ή το περί δικαίου αίσθημα.

Είναι γεγονός ότι δεν μπορούμε πάντα να ξέρουμε τι έχει ακριβώς συμβεί- μπορούμε όμως να φτάσουμε σε μία σχετικά έγκυρη εκδοχή της πραγματικότητας αν στηριχτούμε σε εξακριβωμένα γεγονότα και την πιθανότητα που προκύπτει λογικά να έχει συμβεί το Χ γεγονός έναντι του Υ- για παράδειγμα αναλογιζόμενες αν κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη είχε λόγο να παραποιήσει ή να αποκρύψει την αλήθεια.

Η ασάφεια οδηγεί σε σχέσεις ιεραρχίας

Συχνά δεν είναι αρκετά ξεκάθαρο στα μέλη των συλλογικοτήτων ισότιμων σχέσεων, το πως λειτουργεί η ομοφωνία. Όταν τα μέλη της συλλογικότητας δεν ξέρουν τι ακριβώς να κάνουν, οδηγούνται σε αδράνεια και πλήξη, αφήνοντας έτσι την πόρτα ανοιχτή για κάποια ή κάποιες που θα ορμήσουν να σώσουν την ομάδα αναλαμβάνοντας την “καθοδήγησή” της.

Πολλά από τα άτομα με τα οποία έχουμε μιλήσει για τις δυσκολίες της ομοφωνίας και των συναινετικών διαδικασιών δεν προβληματίζονται τόσο για τις ανισότητες ισχύος ανάμεσα στα μέλη της συλλογικότητας, τις οποίες δεν αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερο πρόβλήμα για τις ομάδες τους, όσο για μια σειρά από άλλα ζητήματα: τις ανιαρές συναντήσεις και τις μη παραγωγικές συζητήσεις γύρω από ασήμαντα θέματα, το να μην ξέρουν ποια θα έπρεπε να κάνει τι και το πώς θα κατανεμηθούν οι υπευθυνότητες και τις καταστάσεις όπου είτε δεν προχωράει τίποτα, είτε όλη η δουλειά γίνεται από μόνο ένα ή δύο άτομα.

Τα μέλη μιας συλλογικότητας μπορεί να κουραστούν από τις διεξοδικές, δημόσιες συζητήσεις που απαιτούν τα διάφορα θέματα. Πολλές φορές οι συνελεύσεις δεν γίνονται καθόλου, ενώ οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για ένα συγκεκριμένο θέμα δεν εμφανίζονται ή, τέλος, οι άνθρωποι που μαζεύονται είναι πολύ λίγοι και έτσι η συζήτηση, για άλλη μια φορά, αναβάλλεται. Φαίνεται λοιπόν πολύ πιο εύκολο να παίρνονται οι αποφάσεις από λίγα μέλη, ακόμη και χωρίς να ζητηθεί η γνώμη της ομάδας αφού τουλάχιστον έτσι κάτι γίνεται. Τέτοια κοινά προβλήματα δημιουργούν όμως γόνιμο έδαφος για την εμφάνιση αρχηγών που είναι πρόθυμες να αναλάβουν την ομάδα, να φέρουν τάξη και αποτελέσματα –και συχνά μια τέτοια εξέλιξη προσφέρει στα υπόλοιπα μέλη ανακούφιση και δημιουργεί έως και συναισθήματα ευγνωμοσύνης προς όσες “παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους”.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανές ότι έχει υπονομευθεί σημαντικά η ομοφωνία και οι βασικές αρχές της ισότητας. Υπάρχουν δύο αιτίες πίσω από ένα τέτοιο φαινόμενο (πιθανότατα κάποιες φορές να λειτουργούν ταυτόχρονα και οι δύο, ενισχύοντας η μία την άλλη): είτε κάποια χειραγωγεί την ομάδα με σκοπό να αποκτήσει εξουσία η ίδια και η κλίκα της (πράγμα που μπορεί να γίνεται και ασυνείδητα, καθώς κάποιοι άνθρωποι δείχνουν να έχουν μια σχεδόν φυσική προδιάθεση να το παίξουν αρχηγοί), είτε πολλά από (ή και όλα) τα μέλη της ομάδας φοβούνται να αναλάβουν την ευθύνη να πάρουν αποφάσεις και να δουλέψουν όπως χρειάζεται για να πάει η ομάδα μπροστά. Όταν όλες περιμένουν κάποια άλλη να αποφασίσει τι θα γίνει, τότε προφανώς, δεν γίνεται τίποτα. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κατάστασης είναι οι αλληλοκατηγορίες και η δημιουργία κλίματος έχθρας και μνησικακίας ανάμεσα στα μέλη, κλίμα που μπορεί φυσικά να διαλύσει την ομάδα. Οι συλλογικές διαδικασίες που στηρίζονται στην αρχή της ομοφωνίας δεν προϋποθέτουν αρχηγούς που θα κινητοποιήσουν την ομάδα, που “θα της βάλουν φυτίλια” για να προχωρήσει. Η καθεμιά μας οφείλει να είναι αυτή που εμπνέει, κινητοποιεί και πραγματώνει τη συλλογική δράση.

Συχνές Παρανοήσεις σχετικά με την Ομοφωνία

Η πιο κοινή παρανόηση σχετικά με την ομοφωνία είναι ότι όλες πρέπει να συμφωνούν -ή να συμφωνήσουν- μεταξύ τους. Υπάρχει συχνά αρκετή πίεση προς τα μέλη να μην εκφράζουν διαφωνίες ή επιφυλάξεις, αφού έτσι θεωρείται ότι δεν προωθούν τη συνεργασία. Πολλές προτάσεις περνούν μόνο και μόνο επειδή καμία δεν τολμά να φέρει αντίρρηση. Αυτό όμως δεν είναι ομοφωνία. Η ουσιαστική ομόφωνη διαδικασία μπορεί, εν συντομία, να περιγραφεί ως εξής: κάποια κάνει μια πρόταση, οι υπόλοιπες κάνουν ερωτήσεις για σημεία που δεν έχουν καταλάβει καλά έτσι ώστε να αποκτήσουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα, συζητιούνται τα επιμέρους ζητήματα και ίσως και να γίνουν κάποιες τροποποιήσεις ή διορθώσεις. Η τελική μορφή της πρότασης μπαίνει σε ψηφοφορία. (Ναι, και στην ομοφωνία ψηφίζουμε. Η διαφορά με την πλειοψηφική ψηφοφορία είναι ότι στην διαδικασία της ομοφωνίας όλες ψηφίζουν προκειμένου να περάσει κάτι. Το να ψηφίζουν όλες κάνει ξεκάθαρο ποιες είναι οι επιθυμίες των μελών της συλλογικότητας, αντί να υποθέτουμε τη συναίνεσή τους όταν παραμένουν σιωπηλές). Αν όλα τα μέλη συμφωνούν με την πρόταση όπως έχει διαμορφωθεί, τότε αυτή περνάει. Αν κάποια έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις, τότε η πρόταση χρειάζεται να διορθωθεί έτσι ώστε να ενσωματώσει τους προβληματισμούς που εκφράζονται. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει συζήτηση με εκείνη που διατυπώνει τον όποιο προβληματισμό, έτσι ώστε να βρεθεί μία λύση για την οποία όλες θα δίνουν τη συγκατάθεσή τους.

Πολλές ομάδες βουλιάζουν σε ένα τέλμα αποδιοργάνωσης επειδή θεωρούν ότι η δημιουργία δομών για να δρομολογούνται τα όσα πρέπει να γίνουν, είναι μια διαδικασία σχετικά αυταρχική -ειδικά όταν αυτές οι οργανωτικές δομές επιτρέπουν να αναλαμβάνει κάποια πράγματα ένα και μόνο μέλος. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Όταν όλες οι δράσεις της ομάδας είναι διαφανείς και όλα τα μέλη έχουν την δυνατότητα να τις αμφισβητήσουν, να εκφράσουν τις ανησυχίες τους και να δουν τους προβληματισμούς τους να λαμβάνονται υπ’ όψη και όταν οι αποφάσεις τίθενται σε ψηφοφορία ώστε να εκφραστεί η ομόφωνη συναίνεση, τότε, οι ατομικές πρωτοβουλίες είναι μια χαρά αποδεκτές. Δεν είναι κατακριτέο, για παράδειγμα, κάποια που έχει έφεση στο να κράτα τα πράγματα σε τάξη να φτιάχνει ένα πρόγραμμα ή ένα αρχείο με χρήσιμες διευθύνσεις, αρκεί να φέρνει αυτή την πρωτοβουλία στην ομάδα για έγκριση. Αυτό το οποίο θα έπρεπε να προσέξουμε είναι ο συγκαλυμμένος εκφοβισμός, π.χ. όταν κάποια το παίζει ιδιαίτερα πληγωμένη κάθε φορά που δεν δείχνουν όλες απεριόριστο θαυμασμό για τις προσπάθειες της, δεχόμενες άνευ όρων αυτό που θέλει να κάνει. Φυσικά, η έλλειψη διαφάνειας είναι ένα πολύ ανησυχητικό σημάδι: όλες οι πληροφορίες που κάποια έχει συγκεντρώσει πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες σε όλα τα μέλη της συλλογικότητας και κάθε δράση που κάποια πραγματοποιεί εκ μέρους της ομάδας πρέπει να έχει γίνει γνωστή σε, και αποδεκτή από, όλα τα υπόλοιπα μέλη.

Από την άλλη, αποφάσεις που δεν αφορούν τις βασικές αρχές της ομάδας, είναι απολύτως λογικό να λαμβάνονται από αρμόδιες υπο-ομάδες και όχι από το σύνολο της συλλογικότητας. Για παράδειγμα αν μια υπο-ομάδα έχει τη σύμφωνη γνώμη της συλλογικότητας σχετικά με το ποσό που θα ξοδέψει για μία εκδήλωση, τότε δεν χρειάζεται να ψηφίσει η συλλογικότητα για κάθε μεμονωμένο έξοδο που θα κάνει η υπο-ομάδα. Χρειάζεται, ωστόσο, να παρουσιαστεί στην συλλογικότητα μία αναλυτική εικόνα των εσόδων και των εξόδων μετά την εκδήλωση.

Αποκτώντας δεξιότητες

Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο μπορεί μια συλλογικότητα να βαλτώσει και να καταλήξει σε αδράνεια είναι το ότι τα μέλη της δεν αποκτούν απαραίτητες δεξιότητες. Δουλειές όπως η οργάνωση μιας εκδήλωσης, ο σχεδιασμός των δραστηριοτήτων της ομάδας, η πληρωμή των εξόδων κ.α. απαιτούν ικανότητες που θα πρέπει να αποκτώνται μέσα από την κοινή δουλειά με κάποιο μέλος που έχει ανάλογη εμπειρία. “Δεξιότητες” δεν είναι μόνο χειρωνακτικές ικανότητες όπως το ράψιμο, η ξυλουργική ή το μαγείρεμα. Η συλλογικότητα πρέπει να φροντίζει ώστε τα μέλη της να αποκτούν και δεξιότητες που αφορούν τα οργανωτικά ζητήματα, την τεχνολογία και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Κάποιες φορές οι συλλογικότητες που βασίζονται στην αρχή της ομοφωνίας υποθέτουν ότι επειδή όλες στην ομάδα είναι ισότιμες μεταξύ τους, μπορούν ως εκ τούτου και να φέρουν εις πέρας οποιαδήποτε δουλειά, αυτόνομα και χωρίς προηγούμενη γνώση ή χωρίς βοήθεια. Συχνά, δηλαδή, παρανοείται το περιεχόμενο των εννοιών “αυτονομία” και “DIY” (Do It Yourself) και εξαιτίας αυτή της παρανόησης οδηγούνται οι συλλογικότητες στην πεποίθηση ότι η καθεμιά μπορεί να δουλεύει ανεξάρτητα από όλες τις άλλες, χωρίς καν να ζητά συμβουλές από όσες έχουν περισσότερη εμπειρία και γνώσεις. Η ίδια η ιδέα ότι κάποια μέλη μπορεί να έχουν μεγαλύτερη εμπειρία από κάποια άλλα αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Ακόμη και το να προσφέρεις συμβουλές ή καθοδήγηση μπορεί να θεωρηθεί πατερναλιστικό ή ότι χτίζει ιεραρχίες. Αυτή η αντίληψη είναι υγιής μέχρις ενός βαθμού -αφού καμία δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως πιο σημαντική από τις υπόλοιπες και καμίας οι απόψεις δεν θα έπρεπε να έχουν περισσότερο βάρος- αλλά είναι και αυτοκαταστροφική όταν οδηγεί σε άρνηση ή άγνοια της πραγματικότητας. Δεν έχει κανένα νόημα τα μέλη χωρίς εμπειρία να αναλαμβάνουν μόνα τους υπευθυνότητες που τους είναι εντελώς καινούριες, καθώς τα αποτελέσματα είναι συνήθως τα εξής: δημιουργείται μια γενικότερη αίσθηση ματαίωσης αφού τα πράγματα που πρέπει να γίνουν δεν γίνονται καθόλου ή δεν γίνονται αρκετά καλά, αισθάνονται άγχος και ενοχή όσες βιάστηκαν να προσφερθούν ενώ δεν ήξεραν πώς γίνεται η συγκεκριμένη δουλειά και, τελικά, εμφανίζονται οι “συνήθεις ύποπτοι” για να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να “σώσουν” την ομάδα. Ταυτόχρονα κυριαρχεί και το συναίσθημα ότι οι γεμάτες αισιοδοξία προσπάθειες της ομάδας βουλιάζουν στη μετριότητα και την αναποτελεσματικότητα.

Η σαφήνεια είναι το μόνο αντίδοτο για να ξεκολλήσει η συλλογικότητα από τέτοιες καταστάσεις. Αν η ομάδα διατυπώνει κάθε φορά, όσο πιο ξεκάθαρα μπορεί, το πώς πρέπει να γίνουν κάποια πράγματα και ποιο άτομο με εμπειρία θα μεταδώσει δεξιότητες στα άπειρα μέλη, τότε πολλά προβλήματα -τα οποία συχνά οδηγούν σε συγκρούσεις εξουσίας- μπορούν να αποφευχθούν. Υπάρχουν συλλογικότητες όπου τα παλιότερα μέλη δεν είναι διατεθειμένα να εκπαιδεύσουν τα νεότερα, ισχυριζόμενες ότι δεν έχουν χρόνο για “μπέιμπι-σίτινγκ”. Τέτοιες συμπεριφορές αποτελούν σαφείς ενδείξεις πως η συλλογικότητα δεν λειτουργεί ούτε στη βάση της ομοφωνίας, ούτε στη βάση της αρχής περί ισότητας μεταξύ των μελών της.

Υπάρχει ελπίδα

Αποτελεί πεποίθηση και ελπίδα μας ότι όλα τα προβλήματα στις συλλογικότητες μπορούν να ξεπεραστούν αν δείχνουμε ανοχή, υπομονή και συμπόνια και προσπαθούμε να είμαστε προσεκτικές και δίκαιες στις κρίσεις μας.

Αναγνωρίζουμε ότι κάποια άτομα αποτελούν πονοκέφαλο για τη συλλογικότητα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και προβοκατόρικα. Αλλά ακόμη και αν είναι, ο καλύτερος, σε κάθε περίπτωση, τρόπος αντιμετώπισης τέτοιων περιπτώσεων είναι το να δίνουμε το περιθώριο να εκφράσουν τον εαυτό τους και να τα αφήνουμε να συνεχίσουν αντί να απαιτούμε να σταματήσουν. Κάθε πρόκληση αντιμετωπίζεται όταν δεν παρασύρεσαι στην αντιπαράθεση. Αν βέβαια ο βαθμός της αναστάτωσης που προκαλείται είναι τέτοιος που πολύ απλά δεν μπορεί να γίνει ανεκτός, τότε συζητήστε το με το συγκεκριμένο άτομο: κάντε το να καταλάβει ποιες από τις συμπεριφορές του σας δημιουργούν πρόβλημα και βοηθήστε το να τις αλλάξει. Συμπεριφορές που μας ενοχλούν και τις θεωρούμε αρνητικές, πολύ συχνά προέρχονται από ανάγκες του ατόμου που φέρεται έτσι: μπορεί να είναι η ανάγκη να ακουστεί, ή η ανάγκη να φτάσει στην ουσία ενός ζητήματος κλπ. Πρέπει να προσπαθήσουμε να βρεθούν οι τρόποι ώστε αυτό το άτομο να εκφράζει την ανάγκη του χωρίς να χρειάζεται να φέρεται με τρόπο προσβλητικό για τις υπόλοιπες. Και ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε κάτι τέτοιο είναι μιλώντας της. Τα άτομα που συμπεριφέρονται ενοχλητικά δεν έχουν αυτή την εικόνα του εαυτού τους. Έχουν κάποιο λόγο για ό,τι κάνουν. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την οπτική τους. Σίγουρα κάποια από αυτά ενεργούν κακόπιστα. Αλλά μόνο αν αντιληφθούμε και τη δική τους οπτική θα μπορέσουμε να την εκθέσουμε ως έχει πραγματικά.

Αν νοιαζόμαστε ειλικρινά για την αλληλοβοήθεια και για το να μην παραγκωνίζεται κανένα άτομο της συλλογικότητας, αν πιστεύουμε ότι αυτοί είναι από τους βασικούς λόγους για τους οποίους επιθυμούμε να παλέψουμε για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο, τότε πρέπει να κάνουμε στους εαυτούς μας μία απλή ερώτηση: αν αυτή που δεν αντέχουμε ήταν μέλος της οικογένειάς μας, θα την πετάγαμε στον δρόμο; Ή μήπως θα βάζαμε τα συναισθήματα ως προτεραιότητα σε σχέση με τα σπασμένα μας νεύρα και θα μαθαίναμε να ζούμε με τα ενοχλητικά κουσούρια του χαρακτήρα της; Αντίστοιχα, αν ένα μέλος της οικογένειάς μας, μας μιλούσε ειλικρινά αλλά άσχημα (“Κοίτα, μου την έχεις δώσει στα νεύρα. Μπορείς να το βουλώσεις;”) θα απαιτούσαμε από τα υπόλοιπα μέλη να παρέμβουν και να το τιμωρήσουν;

Επειδή οι πιο πολλές από εμάς έχουμε την τάση να βάζουμε στην άκρη κάποια αντανακλαστικά και την αίσθηση του δικαίου όταν κάποια κάνει κάτι που μας θυμώνει, θα συνιστούσαμε να υπάρχουν ορισμένοι σταθεροί κανόνες και αρχές στις οποίες να μπορούμε να ανατρέξουμε σε περίπτωση που είτε αντιπαραθέσεις, είτε διαφορετικές προσεγγίσεις ή τραυματικά συναισθήματα κάνουν την εμφάνισή τους. Οι κανόνες, ωστόσο, παρόλο που βοηθούν να κρατάμε τις προτεραιότητες μας σε σειρά, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν κάποιες βασικές ανθρώπινες αξίες όπως τη συμπόνια, την υπομονή, τη διαλλακτικότητα και την επιθυμία για την αναζήτηση της αλήθειας. Χωρίς την ανθρωπιά να μας καθοδηγεί, κανένας κανόνας και καμία συμβουλή δεν μπορούν να μας δώσουν λύσεις σε ανάλογες καταστάσεις. Χρειάζεται πάντα να κοιτάμε πίσω, στο τί έχουμε αποφασίσει ότι είναι σημαντικό για μας όταν παίρνουμε αποφάσεις για το πώς θα προχωρήσουμε, ιδιαίτερα σε μία δύσκολη κατάσταση ή σε μία κατάσταση που μας βάζει σε δοκιμασία. Σε τελική ανάλυση, αυτό που έχει σημασία δεν είναι ούτε η δουλειά της συλλογικότητας, ούτε το να φέρουμε την πολιτική αλλαγή, αλλά κυρίως το γεγονός ότι νοιαζόμαστε η μία για την άλλη, όπως και για κάθε άνθρωπο. Γι’ αυτό, άλλωστε, παλεύουμε για την κοινωνική δικαιοσύνη.

Κάποιες ομάδες μπορεί να μην έχουν την υπομονή να νταντεύουν τις αδύναμες και τις γκρινιάρες. Μπορεί να νιώθουν ότι αυτές που δεν συνεισφέρουν ή καθυστερούν την εξέλιξη της συλλογικότητας πρέπει να φύγουν από τη μέση. Οποιαδήποτε συλλογικότητα μπορεί, φυσικά, να διαλέξει αυτόν το δρόμο. Αν τον διαλέξει, έχει την υποχρέωση να το κάνει με τίμιο και ξεκάθαρο τρόπο. Μια τέτοια ομάδα, όμως, δεν μπορεί να θεωρεί ότι βασίζεται σε διαδικασίες ομοφωνίας ή στην αρχή της ισοτιμίας των μελών. Οι αρχές της ομοφωνίας και της ισότητας βασίζονται στην πίστη ότι το κάθε μέλος μιας ομάδας έχει την αξία του, και ότι είναι όλα απαραίτητα για να διατηρηθεί η ακεραιότητα του συνόλου. Προϋποθέτουν, αυτές οι αρχές, την κοινή προσπάθεια και την αλληλοβοήθεια και δεν μπορούν να υπονομεύονται από πρακτικές που ορίζουν ποια αξίζει να συμμετέχει στην ομάδα και ποια όχι.

Η συλλογική ομοιομορφία του τύπου “όλες συμφωνούν, καμιά δεν διαφωνεί, και όποια το κάνει δεν έχει θέση ανάμεσά μας” δηλώνει αυταρχικότητα και εξουσιαστικές λογικές και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξισώνεται με την πραγματική ομοφωνία.